Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καβάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καβάλ' Προφορά: καβάλ
  1. φλογέρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Βασιλέα μ’, καβάλ’ εξέρεις και παίζεις με;
    2) Πουλεί και τον τσ̌οπάνον ατ’ με τα χρυσά τ’ καβάλα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια