Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεζάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεζάτ' Προφορά: μεζάτ
  1. πλειστηριασμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Επήρεν και την κάλην ατ’ κ’ εξέβεν σο μεζάτιν.
    2) Έφερεν το σαντούκ’ σο παζάρ’ κ’ εξέγκεν ατο σο μεζάτ’.

  2. πλειστηριασμός, δημοπρασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια