Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανείς (ο) [Αντωνυμία]

Γραφή στην Ποντιακή: κανείς Προφορά: κανείς
  1. κανείς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ούτε ένας

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά καν + εις

    Παραδείγματα:
    1) Κανείς κανείναν ’κ’ είδεν.
    2) Κανείς ’κ’ έν’ άντρας ατ’ς. (δεν αξίζει τίποτε)

  2. κανείς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    ουδείς - ουδεμία - ουδέν

    Γένη:
    κανείς και κανένας (αρσενικό + θηλυκό)

    κανέναν και κανάν (ουδέτερο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια