Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανάτ' Προφορά: κανάτ
  1. παραθυρόφυλλο, θυρόφυλλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Τρέχͮει σην παραθύρα, ανοίζει τα κανάτια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια