Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρτόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρτόλ' Προφορά: καρτόλ
  1. πατάτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    γερμανική, από την γερμανική λέξη καρτόφεν

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια