Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρτόφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρτόφ' Προφορά: καρτόφ
  1. πατάτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    γερμανική, από την γερμανική λέξη καρτόφεν

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παράδειγμα:
    1) Και σήν Ζαφεράν αφκά το καρτόφ’ έναν οκάν.
    2) Εφτένυναν τα καρτόφα̤. (φαίνονται τα κότσια του, Ιδίωμα: Σταυρί)

  2. πατάτα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πατάτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    1) ρουμανική, από τη ρουμανική λέξη cartof

    2) γερμανική, από τη γερμανική λέξη cartofell

Παρατηρήσεις - Σχόλια