Προέλευση:
γερμανική, από την γερμανική λέξη καρτόφεν
Ιδίωμα:
Τραπεζούντας
Παράδειγμα:
1) Και σήν Ζαφεράν αφκά το καρτόφ’ έναν οκάν.
2) Εφτένυναν τα καρτόφα̤. (φαίνονται τα κότσια του, Ιδίωμα: Σταυρί)
Προέλευση:
1) ρουμανική, από τη ρουμανική λέξη cartof
2) γερμανική, από τη γερμανική λέξη cartofell