Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρσί [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: καρσ̌ί Προφορά: καρσί
  1. αντίκρυ, εναντίον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Πρέπ’ να έρχουμεστ’ καρσί να κρούγομε τσί Τούρκους. (εναντίον, Ιδίωμα: Σουρμένων)

  2. αντίκρυ, απέναντι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. απέναντι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη karsi

Παρατηρήσεις - Σχόλια