Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατοπούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κατοπούλ' , 2. κατοπούλλ' Προφορά: κατοπούλ
  1. γατάκι, μικρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Η κάτα μουν εποίκεν πέντε κατοπούλια. (γατάκι)
    2) Το ζώ’ν εμουν εποίκεν έναν μουσκάρ’ κατοπούλ’. (μικρό)

    Υποκοριστικό:
    κατοπουλόπον

  2. γατάκι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    μικρή γάτα

  3. γατόπουλο, γατάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια