Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρμάνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρμάνα Προφορά: καρμάνα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    αδράχτι που αποτελείτο από δύο σανιδάκια πλάτους 1 πόντου και πάχους μισού διασταυρωνόμενα. Στη μέση τους είχαν από μια τρύπα όπου περνούσαν ένα ξυλαράκι μάκρους 20 πόντων

  2. ρόκα, ηλακάτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    σανσκριτική, λέγεται έτσι και στην τουρκική

  3. 4 ξύλα που τα γυρνάς για να κάνεις κλωστή Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια