Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρμενέτς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρμενέτσ' Προφορά: καρμενέτς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    αδράχτι που αποτελείτο από δύο σανιδάκια πλάτους 1 πόντου και πάχους μισού διασταυρωνόμενα. Στη μέση τους είχαν από μια τρύπα όπου περνούσαν ένα ξυλαράκι μάκρους 20 πόντων

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Με το καρμενέτς οι αγούρ’ έκαμναν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια