Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεζαρλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεζαρλούχ' Προφορά: μεζαρλούχ
  1. νεκροταφείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ας σο μεζαρλούχ’ κέσ’ τη νύχταν φοούμαι να διαβαίνω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια