Ερμηνεία: καρπός θάμνου που καρποφορεί δύο φορές ετησίως
Προέλευση: από το ουσιαστικό διφόρα̤
Παράδειγμα: Το λιφορένεν το τσ̌άι ασ’ αγοραστόν ’κι χωρί͜εις ατο.