Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ινάνωση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ινάνωση Προφορά: ινάνωση
  1. εμπιστοσύνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σο χαϊβάν' ινάνωση ’κι γίνεται.

  2. εμπιστοσύνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια