Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ιμτάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιμτάτ' Προφορά: ιμτάτ
  1. βοήθεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας

    Παράδειγμα:
    Πάγω κι εκεί να δίγω ιμτάτ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια