Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιμπρίχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιμπρίχ' Προφορά: ιμπρίχ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    στάμνα χαλκοματένια ή πήλινη με λιουλιάν, το μεταχειρίζονταν συνήθως για νίψιμο, πλύσιμο χεριών

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ibrik

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ιμπριχέα (το περιεχόμενο του ιμπρίχ)

Παρατηρήσεις - Σχόλια