Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη imza
Χρήση από: Π. Υψηλάντη
Παράδειγμα: Με την ιμζάν ατ’ εγέλασεν, εγνώρτσεν ατο.
Ενικός: η ιμζά Πληθυντικός: τα ιμζάδες