Προέλευση: από το στερητικό α- και το γουρεύω
Παράδειγμα: Ο πέσ̌κον αγούρευτος έν’.
Αρσενικό: Ενικός: αγούρευτος Πληθυντικός: αγούρευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγούρευτος Πληθυντικός: αγούρευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγούρευτον Πληθυντικός: αγούρευτα
Σχόλια: εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, αναλογικός σχηματισμός.