Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οτουρακλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οτουρακλίν Προφορά: οτουρακλίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    τραγούδι που τραγουδούν με τη συνοδεία οργάνου ή χωρίς αυτό καθήμενοι όχι στο χορό

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη οτούρ = κάθισε

Παρατηρήσεις - Σχόλια