Ερμηνεία: αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
Παράδειγμα: Αοίκον καρσανοκοίλκον ζων ’κί γίνεται.
Αρσενικό Ενικός: καρσανοκοίλτς
Θηλυκό Ενικός: καρσανοκοίλαινα
Ουδέτερο Ενικός: καρσανοκοίλκον