Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καθιστικόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καθιστικόν Προφορά: καθιστικόν
  1. τραγούδι που τραγουδούν με τη συνοδεία οργάνου ή χωρίς αυτό καθήμενοι όχι στο χορό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια