Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει πελεκηθεί
Προέλευση: από το στερητικό α- και το γουζά̤ζω
Αρσενικό: Ενικός: αγουζίαστος Πληθυντικός: αγουζίαστοι
Θηλυκό: Ενικός: αγουζίαστος Πληθυντικός: αγουζίαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγουζίαστον Πληθυντικός: αγουζίαστα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο, αναλογικός σχηματισμός.