Επιπλέον Ερμηνείες - Παραδείγματα: 1) Ακόμαν τα βούδια αγόσ̌ευτα είν’. (δεν έχουν ζευχθεί) 2) Ακλωστρά αγόσ̌ευτον έν’. (δεν έχει συναρμολογηθεί)
Προέλευση: από το στερητικό α- και το γοσ̌εύω
Αρσενικό: Ενικός: αγόσευτος Πληθυντικός: αγόσευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγόσευτος Πληθυντικός: αγόσευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγόσευτον Πληθυντικός: αγόσευτα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο, αναλογικός σχηματισμός.