Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατατσακλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κατατσ̌ακλίζω Προφορά: κατατσακλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) σπάνω κάτι με ισχυρό κρότο
    2) βροντάνε κεραυνοί (απρόσωπο)

    Παράδειγμα:
    Οντάν τερούν εκατετσ̌άκλιξεν ο κόσμος ας σ’ ατόναν. (σπάνω κάτι με ισχυρό κρότο)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνείες:
    1) αστράφτω και βροντώ
    2) παράγω δυνατό θόρυβο

Παρατηρήσεις - Σχόλια