Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Απ’ αδά κι απ’ ακεί εγνατούρεψεν ατον.
Ενεστώτας: αγνατουρεύω Παρατατικός: εγνατούρευα Μέλλοντας: θα αγνατουρεύω Αόριστος: εγνατούρευσα/ εγνατούρεψα
(πβ. Καρτέλα κλίσης ρημάτων, πχ. αραεύω)