Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατακόφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κατακόφτω Προφορά: κατακόφτω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) κόβω σε μικρά ή πολλά κομμάτια
    2) διακόπτω πολλές φορές και την κάθε φορά από λίγο το παίξιμο της λύρας, της φωνής, του ήχου

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το ζών’ ελύεν κι εκατέκοψεν το μαντρίν. (έτρεξε ή γύρισε εδώ κι εκεί τόσο, ώστε την κοπριάν την έκαμε μικρά κομμάτια)
    2) Γαϊδιάρ’ θυγατέρα, κατάκοψον την πορδή σ’ να μετρώ ατα. (διακόπτω πολλές φορές και την κάθε φορά από λίγο το παίξιμο της λύρας, της φωνής, του ήχου)
    3) Στον Θό σ’ στον Θό σ’ καλόγρα̤ μου, ντο κατακόφτ’ς τα ρούχα σ’.

  2. κατακόβω, κατακομματιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    παίζω με γοργό ρυθμό (για μουσικό όργανο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια