Ερμηνεία: αναγκάζω τον άλλον να βραδύνει
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη εγλετμέκ
Παράγωγο: αγλατούρεμαν
Ενεστώτας: αγλα̤τουρεύω Παρατατικός: εγλα̤τούρευα Μέλλοντας: θα αγλα̤τουρεύω Αόριστος: εγλα̤τούρεψα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.