Ποιητικό
Παράδειγμα: Το έναν φτερούλ'ν αθε σο αίμαν βουτεμένον.
Αρσενικό: Ενικός: βουτεμένος Πληθυντικός: βουτεμένοι / βουτεμέν'
Θηλυκό: Ενικός: βουτεμέν'σα / βουτεμέντσα / βουτεμέντζα Πληθυντικός: βουτεμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: βουτεμένον Πληθυντικός: βουτεμένα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.