Ερμηνεία: πράγμα ή πρόσωπο με το οποίο περνώ την ώρα μου
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη eğlence (διασκέδαση)
Ενικός: η αγλα̤ντσ̌ά̤
Πληθυντικός: τα αγλα̤ντσ̌ά̤δες