Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγλαθάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγλαθά̤ζω , 2. αγλαθιάζω Προφορά: αγλαθεάζω
  1. εξερευνώ κάτι με ακρίβεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο γλύφω = κοιλαίνω

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Ο πότσ̌ολον μαλέζ’ έφαεν και αγλαθά̤ζ’ τα δόντα̤ τ’.

  2. αυλακιάζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. κοιλαίνω διοχετεύω το νερό στο αυλάκι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. σκαλίζω σκάβω κάτι Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια