Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αγλα̤εύω Προφορά: αγλεαεύω
  1. βραδύνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη eğlemek

    Παράδειγμα:
    Εγλάεψα και ’κ’ επρόφτασα σην εκκλησίαν.

    Παράγωγη λέξη:
    αγλά̤ εμαν (βραδύτης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια