Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη eğlemek
Παράδειγμα: Εγλάεψα και ’κ’ επρόφτασα σην εκκλησίαν.
Παράγωγη λέξη: αγλά̤ εμαν (βραδύτης)
Eνεστώτας: αγλα̤εύω Παρατατικός: εγλά̤ευα Μέλλοντας: θα αγλα̤εύω Αόριστος: εγλά̤εψα
(πβ. Καρτέλα κλίσης ρημάτων, πχ. αραεύω)