Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βουρουλμάκ
Παράδειγμα: 1) Σ' έναν κορίτσ' πανέμορφον είμαι βουρουλεμένος. 2) Ναϊλί που βουρουλεύκεται πάντα θα υποφέρει.
Ερμηνεία: ερωτεύομαι πολύ
Ενεστώτας: βουρουλεύκουμαι Παρατατικός: εβουρουλεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα βουρουλεύκουμαι Αόριστος: εβουρουλεύτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.