Προέλευση: από το ουσιαστικό σβούρα
Ιδίωμα: Οινόης
Ενεστώτας: βουρλίζομαι Παρατατικός: εβουρλίζουμ'νε Μέλλοντας: θα βουρλίζομαι Αόριστος: εβουρλίστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.