Ερμηνεία: κάνει χιονοθύελλα
Παράδειγμα: Χͮο̤νίζ' φυσά και βουρκανίζ' άγρια ση Σακά.
Ενεστώτας: βουρκανίζ' Παρατατικός: εβουρκάνιζεν Μέλλοντας: θα βουρκανίζ' Αόριστος: εβουρκάνισεν / εβουρκάν'σεν / εβουρκάντσεν
Σχόλιο: γ' ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα, απρόσωπο ρήμα (καιρικό φαινόμενο).