Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό βουκόλος
Ιδίωμα: Ματσούκας
Παραδείγματα: 1) Ν' ακούω βουκόλ' σ̌ύριγμαν και γαβαλί' νηχόπον. 2) Εβγαίν'νε όλοι οι βουκόλ' και όλ' οι ζευγελάται.
Ενικός: βουκόλος Πληθυντικός: βουκόλοι / βουκόλ'
Σχόλιο: Όταν το αρσενικό ουσιαστικό σε [-ος] συνοδεύεται από άρθρο (οριστικότητα), τρέπει την κατάληξή του σε [-ον]. πχ. βουκόλος - ο βουκόλον