Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βουκεντρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βουκεντρέα Προφορά: βουκεντρέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χτύπημα από βουκέντρι

    Ποιητική

    Παράδειγμα:
    Οπίσ' πουλίν, οπίσ' πουλίν μη τρώς τη βουκεντρέαν.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το χτύπημα με το βουκέντρι

Παρατηρήσεις - Σχόλια