Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λεφτοκάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λεφτοκάρ' Προφορά: λεφτοκάρ
  1. λεπτοκάρυο, φουντούκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το λεφτοκάρ’ ας σο καρύδ’ νόστιμον εν’.

  2. η φουντουκιά και ο καρπός της Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. φουντούκι ο καρπός και το δέντρο λεφτοκαρυά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    λεφτοκάρ(ι)

  4. λεπτοκάρυον, φουντούκι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια