Ερμηνεία: εκείνος που δεν εννοεί, δεν καταλαβαίνει
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη anlamak
Παράδειγμα: Ο γιός ατ’ς επεΐ αγκλαμά͜ης έν’.
Αρσενικό Ενικός: ο αγκλαμά͜ης Πληθυντικός: οι αγκλαμάζοι / αγκλαμάζ'
Θηλυκό Ενικός: η αγκλαμάζαινα Πληθυντικός: οι αγκλαμάζαινες / αγκλαμάζ'
Ουδέτερο Ενικός: το αγκλαμάζ'κον Πληθυντικός: τα αγκλαμάζ'κα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.