Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λετσέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λετσ̌έκ' Προφορά: λετσέκ
  1. 1) καλύπτρα που τελευταία αντικαταστάθηκε από το τρεμόν, ύφασμα μεταξωτό ή δικτυωτό με το οποίο η νύφη ήταν καμαρωμένη, σκεπασμένη ώς την ώρα που ο παπάς στα παλιά χρόνια και ο κουμπάρος στα τελευταία την εκαμάρωνε δηλ. αφαιρούσε το καμαρωτήρι. Έφερε χρυσά νήματα, τρέμουσες 2) φακιόλι γυναικών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Απάν σο λετσ̌εκόπο σου τσίνιαξεν η πουλίτσα.
    2) Εσ̌κεπάεν άμον πουλίν το λετσ̌έκ’ν ατ’ς.

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας, Σουρμένων

  2. μαντήλα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια