Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λερός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λερός Προφορά: λερός
  1. βρόμικος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τ’ άπλυτους μή κάθεσαι, με τοί λερούς μη σ'κούσαι.

  2. βρόμικος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βρόμικος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    θηλυκό:
    λερέσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια