Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

Λερί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Λερί Προφορά: Λερί
  1. περιφέρεια επάνω στο ομώνυμο ποτάμι με τα χωριά Καρακοτύλ, Μουρουζάντων, Θεοχαράντων, Αντωνάντων, Λιβερτάντων, Παπαδάντων, Φαρχανάντων, Γετουρμάζ, Τσ̌ακουτσ̌άντων, Μακρία, Χαμά, Τολέκ, Καπάκιλσε και Σαπρανάντων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια