Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λειβάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. λειβάδ' , 2. Λειβάδ Προφορά: λειβάδ
  1. λειβάδι ενορία Ίμερας με 15 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί (λειβάδι)

    Παράδειγμα:
    Σίτα̤ πέγ’να ’μάλια ’μάλια είδα ορμάνα̤ και λειβάδα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια