Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορωνία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορωνία Προφορά: ορωνία
  1. όνειρο, όραμα, φαντασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Χρήση από:
    κατά τον Ν. Λαπαρίδη από το όραμα, όνειρο, φαντασία.

    Παράδειγμα:
    Αγούτ’ ο κόσμος ψεύτικος, σ’ εμάς έν’ ορωνία.

  2. όνειρο, φαντασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό όραμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια