Προέλευση:
από το ρήμα λακτίζω
Παραδείγματα:
1) Εδέκε με έναν λάχταν να πάω οντάν εχπάστα.
2) Δίγω λάχταν ή κρούω λάχταν. (αποστέργω, αρνούμαι)
πληθυντικός τα λάχτα = είδος παιχνιδιού
Παράγωγο του ρήματος:
λακτίζω
1. Προέλευση:
από το αρχαίο λακτιώ
2. Σχόλια:
Ενεστλωτας: λαχτίζω
Παρατατικός: ελάχτιζα
Μέλλοντας: θα λαχτίζω
Αόριστος: ελάχτισα
Προστακτική: λάχτισον!
3. Παραδείγματα:
Κάθ΄κα καλά ειδεμή δίγω σε έναν λαχτάν - καθου καλάαλλιώς θα φας κλωτσία!
Επρέστεν το σέρι μ' καίλαχτίζ' πολλά άσχεμα - πρήστηκε το χέρι και πονάει δυνατά.
4. Αναφορά:
Σύν δ' ήλασ' οδόντας λακτίζων ποσί γαίαν... -σφίγγοντας τα δόντια κλώτσαγε τη γη με τα πόδια του ( Οδύσσειας Σ 99)