Ερμηνεία - Προέλευση: από το αγκαλώ = μηνύω, καταγγέλλω
Παράδειγμα: Επήεν σον αγκαλετόν.
Ενικός: ο αγκαλετός Πληθυντικός: οι αγκαλετοί