Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγκαλετός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγκαλετός Προφορά: αγκαλετός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία - Προέλευση:
    από το αγκαλώ = μηνύω, καταγγέλλω

    Παράδειγμα:
    Επήεν σον αγκαλετόν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια