Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαφαζάνος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λαφαζάνος Προφορά: λαφαζάνος
  1. εκείνος που λέει λάφα̤, πράγματα υπερβολικά, ψέματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Ο Κοταλάκ'ς, ο λαφαζάνον τη Κανί' ερχίνεσεν τα λάφα̤.

  2. φλύαρος, μωρολόγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια