Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λαστιχλής (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: λαστιχλής
Προφορά: λαστιχλής
ελαστικός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Τη χαλβάν ποίσον ατο με το μέλ’ να γίνεται λαστιχλίν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
λαστικλής (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια