Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Με τ’ ατό το λάστικον ’κι εβζήουνταν τα γράμματα. (γομολάστιχα, σβηστήρι)
2) Τα λάστιχα θέλ’νε και κουντούρας. (γαλότσες)
3) Το ζουμάρ’ εγέντον άμον λάστικον (ζυμώθηκε καλά και δεν κόβεται όταν το τραβάς)
Προέλευση:
ιταλική, από την ιταλική λέξη elastico
από το ελαστός του ελαύνω
Υποκοριστικό:
λαστικόπον