Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λάστικον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λάστικον Προφορά: λάστικον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Με τ’ ατό το λάστικον ’κι εβζήουνταν τα γράμματα. (γομολάστιχα, σβηστήρι)
    2) Τα λάστιχα θέλ’νε και κουντούρας. (γαλότσες)
    3) Το ζουμάρ’ εγέντον άμον λάστικον (ζυμώθηκε καλά και δεν κόβεται όταν το τραβάς)

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη elastico
    από το ελαστός του ελαύνω

    Υποκοριστικό:
    λαστικόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια