καρφίΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Άμον καρφίν καρφών’ το λόγον ατ’. (καρφί)
2) Εγέντον καρφίν σην καρδία μ’. (με λύπησε πολύ και δεν λησμονιέται)
3) Κόφτω καρφία. (υποφέρω από κρύο, χτυπώ τα δόντια μου από το κρύο)