Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λάσκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λάσκουμαι Προφορά: λάσκουμαι
  1. πλανώμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) γυρίζω άσκοπα εδώ και εκεί
    2) πάω περίπατο

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἀλάομαι (παράγωγο = αλήτης)

    Παράδειγμα:
    Τον πουρνόν αχπάσ̌κεται, ’κι λέει πού πάει λάσ̌κεται.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    λασίον (περίπατος)

  2. περιφέρομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    πάω βόλτα

  3. πάω βόλτα, περίπατο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:

    ομηρικό ηλάσκω= πλανιέμαι, περιφέρομαι

  4. σουλατσάρω τριγυρίζω ανέμελα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. σουλατσάρω, διασκεδάζω κόβω βόλτες, κάνω περίπατο, περιφέρομαι ανέμελα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: ελάσκουμ'νε
    Μέλλοντας: θα λάσκουμαι
    Αόριστος: ελάστα
    Προστακτική: λάστ' !
    Παράγωγο ουσιαστικό: το λασίον

    3. Παράδειγμα:
    Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.

    4. Αναφορά:
    Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)

Παρατηρήσεις - Σχόλια