Επιπλέον Ερμηνείες:
1) γυρίζω άσκοπα εδώ και εκεί
2) πάω περίπατο
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα ἀλάομαι (παράγωγο = αλήτης)
Παράδειγμα:
Τον πουρνόν αχπάσ̌κεται, ’κι λέει πού πάει λάσ̌κεται.
Ομόρριζο - Παράγωγο:
λασίον (περίπατος)
Επιπλέον Ερμηνεία:
πάω βόλτα
Προέλευση:
ομηρικό ηλάσκω= πλανιέμαι, περιφέρομαι
1. Προέλευση:
από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.
2. Σχόλια:
Παρατατικός: ελάσκουμ'νε
Μέλλοντας: θα λάσκουμαι
Αόριστος: ελάστα
Προστακτική: λάστ' !
Παράγωγο ουσιαστικό: το λασίον
3. Παράδειγμα:
Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.
4. Αναφορά:
Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)