Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαρώνω Προφορά: λαρώνω
  1. θεραπεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα ιλαρώ = κάνω κάποιον χαρούμενο

    Παράδειγμα:
    Θ' ευρήκω σε 'γώ δα̤τρικόν, να πίντς και να λαρούσαι.

  2. θεραπεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    κάνω κάποιον καλά

  3. θεραπεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    παθητική λαρούμαι (ιλαρούμαι = θεραπεύομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια